- ἀνεξάκουστος
- ἀν-εξ-άκουστος, nicht hörbar
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀνεξάκουστον — ἀνεξάκουστος unheard of masc/fem acc sg ἀνεξάκουστος unheard of neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξάκουστα — ἀνεξάκουστος unheard of neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)